Το ταξί σταμάτησε μπροστά από το μπαρ. Ο ντετέκτιβ και ο συνεργάτης του κατέβηκαν και πήγαν προς την είσοδο.
Μπροστά στην πόρτα τους έκοψε τον δρόμο ο πορτιέρης. Ένας τύπος τεράστιος, άγριος, με βλέμμα που δεν σήκωνε πολλά.
«Ξέρετε, εδώ είναι μόνο για χαρτοπαίκτες».
«Κι εμείς γι’ αυτό είμαστε εδώ», απάντησε ο ντετέκτιβ.
Ο πορτιέρης τους κοίταξε απαξιωτικά, σαν να τους μέτραγε, κι ύστερα άνοιξε την πόρτα.
Μέσα γινόταν μασκέ πάρτι. Μάσκες, χαμηλά φώτα, γέλια που έσβηναν σε καπνό και μουσική. Στη μία πλευρά τραπέζια με πόκα, στην άλλη μπαρμπούτι. Πιο πίσω το μπαρ, γυαλιστερό, σαν να μην ανήκε στο ίδιο μέρος.
Μια σερβιτόρα πλησίασε.
«Γεια σας, παιδιά. Τι θα πάρετε;»
«Θέλουμε να μιλήσουμε στο αφεντικό σου».
Η κοπέλα τα έχασε για μια στιγμή.
«Μισό λεπτό», είπε, και χάθηκε ανάμεσα στον κόσμο.
Λίγο αργότερα γύρισε και τους έκανε νόημα.
«Ελάτε. Ακολουθήστε με».
Πέρασαν από έναν στενό διάδρομο και μπήκαν σε ένα δωμάτιο, πιο ήσυχο, πιο κλειστό, σαν να είχε άλλη θερμοκρασία. Εκεί τους περίμενε ένας άντρας με αυτοπεποίθηση που έμοιαζε μαθημένη.
«Γεια σας. Εδώ Σφήνας. Με ψάχνετε;»
Ο Αθανασόπουλος έριξε μια ματιά στον τοίχο.
«Τι πίνακας είναι αυτός;»
Ο Σφήνας χαμογέλασε στραβά.
«Καπουτσόφσκι».
Ήταν ένας πίνακας με φωτιές, κόκκινες και μαύρες, σαν να καιγόταν κάτι που δεν έπρεπε να καεί. Δίπλα, σχεδόν ακουμπισμένο στη σκιά του, υπήρχε ένα μικρό αγαλματίδιο.
Ο ντετέκτιβ το πρόσεξε αμέσως. Έβγαλε το κινητό, τράβηξε φωτογραφία, και σήκωσε το βλέμμα του στον Σφήνα.
«Ξέρεις κάτι γι’ αυτό;»
Ο Σφήνας αγρίεψε. Σε κλάσμα δευτερολέπτου σήκωσε το χέρι του και έριξε ένα χαστούκι στον Αθανασόπουλο. Ο Αθανασόπουλος σωριάστηκε κάτω.
Με την ίδια φόρα γύρισε και στον Γεωργόπουλο. Δεύτερο χαστούκι. Ο Γεωργόπουλος παραπάτησε, όμως δεν έπεσε. Έβγαλε το σιδερικό και πυροβόλησε στον αέρα. Ο κρότος γέμισε το δωμάτιο, έκοψε την ανάσα του χώρου στα δύο.
«Για να μην πας στα θυμαράκια», είπε, και κράτησε το όπλο σταθερό. «Φέρε το αγαλματίδιο».
Ο Σφήνας κατάλαβε πως δεν είχε επιλογή. Το πήρε προσεκτικά και το έδωσε.
Ο ντετέκτιβ μάζεψε τον Αθανασόπουλο, τον σήκωσε όσο μπορούσε, και βγήκαν γρήγορα από το μαγαζί. Μέσα σε λίγη ώρα το αγαλματίδιο είχε επιστρέψει στο Μουσείο.
Εκεί τους περίμενε ο διευθυντής. Δεν είπε πολλά. Μόνο ένα νεύμα, σαν σφραγίδα.
«Τα κατάφερες».
