Ο Γιώργος καθόταν στο γραφείο και κοιτούσε μια παλιά φωτογραφία των παιδιών του.
Ο φίλος του τον είδε από την πόρτα.
«Γιώργο, δεν σε βλέπω καλά».
Ο Γιώργος δεν μίλησε.
«Πάντα ήσουν στην αδρεναλίνη. Τώρα έχεις πέσει πολύ. Δεν σε αναγνωρίζω πλέον. Πες μου τι έχεις και θα σε βοηθήσω».
Ο Γιώργος άφησε τη φωτογραφία στο γραφείο.
«Μου λείπουν τα παιδιά».
Ο φίλος του πλησίασε.
«Έχεις καιρό να τα δεις;»
«Πολύ. Δεν ξέρω καν πού βρίσκονται τώρα. Αν μένουν ακόμα εκεί. Αν άλλαξαν σπίτι. Αν θέλουν να με δουν».
«Τότε πήγαινε από το παλιό σπίτι».
Ο Γιώργος τον κοίταξε.
«Και να πω τι;»
«Τίποτα μεγάλο. Πήγαινε να μάθεις. Μόνο αυτό».
Ο Γιώργος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά πήρε τη φωτογραφία και την έβαλε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του.
«Θα περάσω από εκεί απόψε».
«Καλά θα κάνεις».
